Θεόδωρος Αντωνίου
 
 

Ο Θεόδωρος Αντωνίου σπούδασε βιολί, φωνητική και σύνθεση στο Εθνικό και το Ελληνικό Ωδείο (Αθήνα), με περαιτέρω σπουδές στη διεύθυνση και σύνθεση στη Μουσική Ακαδημία του Μονάχου και στο Διεθνές Μουσικό Κέντρο του Ντάρμστατ. Δίδαξε μουσική στα Πανεπιστήμια του Στάνφορντ και της Γιούτα των Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς και στη Μουσική Ακαδημία της Φιλαδέλφειας. Το 1978 έγινε καθηγητής σύνθεσης στο Πανεπιστήμιο της Βοστόνης, θέση την οποία κατείχε ως τον Οκτώβριο του 2008, οπότε και ανακηρύχθηκε Ομότιμος Καθηγητής. Οι περισσότεροι Έλληνες συνθέτες της νεότερης γενιάς υπήρξαν μαθητές του.

Ως διευθυντής ορχήστρας έχει διευθύνει πολλές μεγάλες ορχήστρες και μουσικά σύνολα παγκοσμίως, όπως την Ορχήστρα Δωματίου της Συμφωνικής Ορχήστρας της Βοστόνης, τις Ορχήστρες των Ραδιοφωνιών του Βερολίνου, του Παρισιού και της Βαυαρίας, την Ορχήστρα Tonhalle της Ζυρίχης, την Εθνική Λυρική Σκηνή, την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, την Καμεράτα, την Ορχήστρα του Μουσικού Κέντρου του Μπερκσάιερ στο Τάνγκελγουντ της Μασαχουσέτης κ.ά. Από το 1974 έως το 1985 υπήρξε συνδιευθυντής όλων των δραστηριοτήτων σύγχρονης μουσικής στο Μουσικό Κέντρο του Τάνγκελγουντ. Μεταξύ των συνόλων σύγχρονης μουσικής που έχει ιδρύσει είναι η ALEA II στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ, η ΑLΕA IIΙ στο Πανεπιστήμιο της Βοστόνης, το Σύνολο Νέας Μουσικής της Φιλαδέλφειας και το Ελληνικό Συγκρότημα Σύγχρονης Μουσικής. Από το 1989 κατέχει τη θέση του προέδρου της Ένωσης Ελλήνων Μουσουργών. Είναι διευθυντής του μουσικού τμήματος του Hellenic American University (H.A.U.). Διετέλεσε επίσης διευθυντής της Πειραματικής Λυρικής Σκηνής από το 2004 μέχρι το 2011.

Πολλές από τις συνθέσεις του είναι παραγγελίες μεγάλων ορχηστρών, ενώ του έχουν ανατεθεί συνθέσεις από τα Ιδρύματα Fromm, Guggenheim και Koussevitzky, από την πόλη του Μονάχου για τους Ολυμπιακούς αγώνες του 1972, τη Συμφωνική Ορχήστρα της Βοστόνης, καθώς και από το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και την Ορχήστρα των Χρωμάτων. Από την εργογραφία του εξέχουσα θέση κατέχουν οι καντάτες Νενικήκαμεν και Προμηθέας, το Κοντσέρτο για πιάνο και οι όπερες Βάκχες και Οιδίπους επί Κολωνώ, για την οποία έλαβε το «Βραβείο Μουσικής 1998» της Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών.

Ανάμεσα στα διεθνή βραβεία και διακρίσεις που του έχουν απονεμηθεί είναι το «Βραβείο Richard Strauss» της πόλεως του Μονάχου και το «Βραβείο της πόλεως της Στουτγκάρδης» για το έργο «Κοντσέρτο για βιολί», το βραβείο «Κάρολος Κουν» (1988), το «Αριστείο Διδασκαλίας Metcalf» του Πανεπιστημίου της Βοστόνης (1991), το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο της προσφοράς του στη μουσική (1997), το βραβείο «Δημήτρης Μητρόπουλος» (Ελληνική Ραδιοφωνία 2000), το βραβείο Herder (2004), το βραβείο «Distinguished Faculty Award» του Πανεπιστημίου της Βοστόνης (2005), το έπαθλο «Δημήτρης Μητρόπουλος» (Κέντρο Μελέτης και Έρευνας του Ελληνικού Θεάτρου – Θεατρικό Μουσείο 2006) ο Ταξιάρχης του Τάγματος της Τιμής της Ελληνικής Προεδρίας της Δημοκρατίας (2007) και το βραβείο «Τιμώντας τον Ελληνικό Πολιτισμό» από το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ (2011). Τέλος είναι επίτιμος διδάκτωρ του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Ιονίου Πανεπιστημίου (2005) και του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (2009). Το 2014 εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

Από τα έργα του (όπερες, χορωδιακά, μουσικής δωματίου, για σολίστ, συμφωνικά και μουσική για θέατρο και τον κινηματογράφο) περίπου 400 έχουν ήδη εκδοθεί από τους οίκους Bärenreiter Verlag (Γερμανία), G. Schirmer (ΗΠΑ) και Φίλιππος Νάκας (Ελλάδα).